ρηιτατα


ρηιτατα
    ῥηΐτατα
    эп. superl. к ῥᾳδίως См. ραδιως

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "ρηιτατα" в других словарях:

  • ῥηίτατα — ῥηΐτατα , ῥᾴδιος easy neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥηίτατ' — ῥηΐτατα , ῥᾴδιος easy neut nom/voc/acc pl ῥηΐτατε , ῥᾴδιος easy masc voc sg ῥηΐταται , ῥᾴδιος easy fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρά — I Αιγυπτιακός θεός του Ήλιου, που λατρευόταν ιδιαίτερα στην Ηλιούπολη, κοντά στο σημερινό Κάιρο, όπου ταυτίστηκε με τον Ατούμ (Ατούμ Ρα) και με τον Ώρο (Ρα Xop Άχτι) και θεωρήθηκε θεός δημιουργός. Κατά το Νέο Βασίλειο ταυτίστηκε με τον Άμμωνα*… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.